Analyze This (Αρχές παιχνιδιού σε συνθήκες πίεσης)

Το πρώτο βράδυ στο νέο μας σπίτι 

 Οι Greek Toffees βρεθήκαμε για πρώτη φορά στο νέο μας σπίτι, στο Hill Dickinson. Όπως πάντα, σαν μια μεγάλη παρέα. Πήγαμε στο τουρ του γηπέδου μία μέρα πριν το παιχνίδι, σταθήκαμε και χαζέψαμε κάθε γωνιά του, θαυμάσαμε το πανέμορφο νέο μας σπίτι, φάγαμε όλοι μαζί, ήπιαμε τις μπυρίτσες μας και, φυσικά, δεν έλειψαν ούτε οι μικρές ατυχίες, (αααα ρε Σταύρο με τα Λιβανέζικα σου), που πάντα συνοδεύουν τέτοιες εκδρομές.

Την ημέρα του αγώνα κινηθήκαμε, όπως σε κάθε ταξίδι μας, προς τον Rupert Tower και κάναμε την καθιερωμένη μας βόλτα προς το Άνφιλντ και το Γκούντισον Παρκ. Μια διαδρομή γνώριμη, σχεδόν τελετουργική, πριν καταλήξουμε το βράδυ στο νέο μας γήπεδο για τον αγώνα που τόσο περιμέναμε.

Η εκδρομή ήταν και πάλι ξεχωριστή. Όχι για το αποτέλεσμα, αφού για ακόμη μία φορά η λέσχη μας κατάφερε να βρεθεί κοντά στην Έβερτον και να μη φύγει ηττημένη για το ταξίδι της επιστροφής, αλλά γιατί άρχισε να χτίζεται σιγά-σιγά κάτι πιο βαθύ: μια νέα συνήθεια, μια νέα σχέση με το νέο μας «σπίτι». Από την πρώτη κιόλας χρονιά λειτουργίας του γηπέδου, ξεκινήσαμε να είμαστε εκεί, δίπλα στην ομάδα, για να χτίζουμε μαζί αναμνήσεις σε αυτό το πανέμορφο γήπεδο, ένα πραγματικό στολίδι.

Οι προσδοκίες ήταν υψηλές. Όχι τόσο από αγωνιστική σιγουριά, όσο από την πίστη μας ότι, με εμάς στο πλευρό της, η Έβερτον βρίσκει πάντα τρόπο να πάρει κάτι από το παιχνίδι, αν όχι τη νίκη.

Το πλαίσιο του αγώνα (Γιατί οι προσδοκίες χρειάζονταν μέτρο) 

Αγωνιστικά, η Έβερτον ερχόταν στο παιχνίδι με σκαμπανεβάσματα στα αποτελέσματά της, χωρίς πραγματική συνοχή στην απόδοσή της. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Τον τελευταίο μήνα, όλοι το γνωρίζουμε, η ομάδα είχε συνεχείς βασικές ελλείψεις, κάτι που δεν επιτρέπει σε καμία ομάδα αυτού του επιπέδου να χτίσει ρυθμό και αυτοματισμούς.

Παίκτες όπως οι Γκάνα, Εντιαγέ, Γκρίλις, Χολ και Μπρανθγουάιτ έλειψαν σε διαφορετικά χρονικά σημεία, είτε λόγω τραυματισμών είτε λόγω διεθνών υποχρεώσεων, επηρεάζοντας άμεσα τη λειτουργία της ομάδας σε κομβικούς τομείς του παιχνιδιού της. Όταν αλλάζουν συνεχώς τα πρόσωπα στον άξονα, στην άμυνα και στη δημιουργία, η σταθερότητα ακροβατεί και σε καμία περίπτωση δεν είναι δεδομένη.

 

Η επιστροφή των Γκάνα και Εντιαγέ από το Κόπα Άφρικα, όπου κατέκτησαν το τρόπαιο με τη Σενεγάλη, έδωσε ξανά επιλογές στον προπονητή. Όμως η ομάδα δεν τους είχε στη διάθεσή της για σχεδόν έναν μήνα. Παράλληλα, είδαμε την επιστροφή του Χολ ύστερα από απουσία περίπου ενάμιση μήνα και, για πρώτη φορά μετά από πολύμηνη απουσία λόγω τραυματισμού, την επανεμφάνιση του Μπρανθγουάιτ. Παίκτες που θεωρούνται βασικότατοι και ποιοτικότατοι, αλλά που, λογικά, χρειάζονται χρόνο για να βρουν ξανά αντοχές και ρυθμό.

Απέναντι, η Λιντς ερχόταν στο Γκούντισον Παρκ με ξεκάθαρα θετικό μομέντουμ. Στα δέκα τελευταία παιχνίδια της πριν τον αγώνα είχε μόλις μία ήττα εκτός έδρας, δείχνοντας ότι πρόκειται για μια ομάδα που παλεύει όλα τα παιχνίδια της και δεν αποτελεί εύκολη λεία. Όλα αυτά δημιουργούσαν ένα πλαίσιο στο οποίο οι προσδοκίες έπρεπε να είναι μετρημένες και ρεαλιστικές.

Πρώτο ημίχρονο  (Όταν ο αντίπαλος επιβάλλει τον ρυθμό)

Στο πρώτο ημίχρονο, η Λιντς μπορούμε να πούμε πως επέβαλε τον ρυθμό της. Έκανε το παιχνίδι της, έφτανε πιο εύκολα και με περισσότερες προϋποθέσεις στην περιοχή της Έβερτον και κατάφερε να βρει το γκολ, ενώ είχε και δοκάρι με τον γνωστό μας Κάλβερτ-Λιούιν, που θα μπορούσε να είχε «κλειδώσει» το παιχνίδι για τη Λιντς, κάνοντας το 0–2

Η Έβερτον παρουσίασε μια εικόνα προβληματική, με τη δεξιά πλευρά να παραπαίει και την αμυντική τετράδα να μην αποπνέει την απαιτούμενη ηρεμία. Οι δύο κεντρικοί αμυντικοί δυσκολεύτηκαν πολύ στο πρώτο ημίχρονο απέναντι στον Λιούιν, το επιθετικό σημείο αναφοράς της φετινής Λιντς, ο οποίος λειτουργούσε σωστά στο χτίσιμο των επιθέσεων της ομάδας του, είτε υποδεχόμενος τις βαθιές μπαλιές είτε «σπάζοντας» την μπάλα σε συμπαίκτες του. Έτσι, η Λιντς ξεδιπλωνόταν με σωστό τρόπο και χωρίς βιασύνη, χτίζοντας τις επιθέσεις της βάσει πλάνου.

Αντίθετα, στο πρώτο μέρος η Έβερτον δεν πήρε σχεδόν τίποτα από τη δική της επιθετική αιχμή, τον κύριο Μπαρί. Κακές επιλογές με την μπάλα, χαμένες μονομαχίες και αδυναμία να κρατήσει την μπάλα υπό πίεση δεν επέτρεψαν στην ομάδα να ανέβει στο γήπεδο και να πάρει ανάσες στο παιχνίδι της. Η εικόνα αυτή είχε ως αποτέλεσμα η Λιντς να ελέγχει τον αγώνα χωρίς να χρειάζεται να ανεβάσει ιδιαίτερα τον ρυθμό της.

Επιθετικά, η Έβερτον στο πρώτο ημίχρονο πήρε ελάχιστα πράγματα συνολικά. Μία προσπάθεια του Γκάρνερ με κίνηση μέσα στην περιοχή και κάποιες ενέργειες του Εντιαγέ ήταν ουσιαστικά ό,τι είχε να επιδείξει. Με παίκτες όπως ο ΜακΝιλ, ο Πάτερσον και ο Μικολένκο να μην μπορούν να προσφέρουν τίποτα επιθετικά, και με τους Γκάνα, Γκάρνερ, Άρμστρονγκ και Εντιαγέ να δυσκολεύονται να συνδεθούν με την επίθεση λόγω του ανύπαρκτου κυρίου Μπαρί, η ομάδα έμοιαζε να παλεύει με περιορισμένα μέσα.

Όταν, σε αυτό το επίπεδο, δύο ή τρεις παίκτες προσπαθούν να «τραβήξουν» το παιχνίδι και οι υπόλοιποι είτε δεν βρίσκονται σε καλή μέρα είτε δεν μπορούν να υποστηρίξουν τις απαιτήσεις του αγώνα, το αποτέλεσμα είναι μια εικόνα αποσύνδεσης. Η Λιντς, χωρίς να εντυπωσιάσει, έκανε τα απλά σωστά και πήρε αυτό που άξιζε στο πρώτο ημίχρονο: το προβάδισμα με 0–1.

Δεύτερο ημίχρονο (Τι άλλαξε πραγματικά στην λειτουργια της Έβερτον)

Στο δεύτερο ημίχρονο, η Έβερτον δεν άλλαξε απλώς ένταση, αλλά μηχανισμό και δομή. Στο αρχικό στάδιο του δευτέρου μέρους, η ομάδα λειτούργησε με μια καθαρή τριάδα στην άμυνα, αποτελούμενη από τους Μπρανθγουάιτ, Ταρκόφσκι και Ο’Μπράιαν. Στα άκρα, ο Μικολένκο κάλυπτε ολόκληρη την αριστερή πλευρά και ο Πάτερσον τη δεξιά, δίνοντας πλάτος, αλλά όχι με τον ρόλο του κλασικού επιθετικού μπακ ομως.

Στον άξονα, ο Γκάνα και ο Γκάρνερ αποτέλεσαν το δίδυμο ισορροπίας και κυκλοφορίας, με καθαρό ρόλο να στηρίζουν τόσο την πρώτη ανάπτυξη όσο και τη μετάβαση στο επιθετικό τρίτο. Μπροστά τους, οι Εντιαγέ και Χολ κινήθηκαν σε πιο κεντρικούς ρόλους, με ελευθερία κινήσεων, σχηματίζοντας ουσιαστικά ένα 3-4-2-1. Οι δύο αυτοί παίκτες δεν ξεκινούσαν από τα άκρα, αλλά από εσωτερικές θέσεις, προσφέροντας συνεχώς επιλογές στον άξονα, στήριξη στους δύο χαφ και, κυρίως, παιχνίδι πιο κοντά στον, αγωνιστικά περιορισμένο, κύριο Μπαρί.

Αυτό δεν έγινε τυχαία. Έγινε μέσα από συγκεκριμένες επιλογές στον τρόπο ανάπτυξης. Η Έβερτον επέλεξε να χτίζει τις επιθέσεις της περνώντας την μπάλα στον Μπρανθγουάιτ. Εκείνος λειτουργούσε ως πρώτος δημιουργός, ψάχνοντας κάθετες μεταβιβάσεις και σπάζοντας τις γραμμές της Λιντς.

Οι αποδέκτες ήταν κυρίως ο Γκάρνερ, ο Χολ και ο Εντιαγέ, που κινούνταν στα ενδιάμεσα κενά των γραμμών της Λιντς στον άξονα.

 

Σε αυτό το πλαίσιο, οι Μικολένκο και Πάτερσον ναι μεν έδιναν πλάτος, αλλά λειτουργούσαν κυρίως ως υποστηρικτές σε πλάγιες ζώνες και όχι ως παίκτες που θα ανέβαιναν ψηλά για συνεχείς πλαγιοκοπήσεις. Ο ρόλος τους ήταν περισσότερο ισορροπιστικός και λιγότερο επιθετικός, κάτι που δείχνει ξεκάθαρα την προσπάθεια του Μόγιες να προστατεύσει τις αδυναμίες της ομάδας του.

Το γκολ της ισοφάρισης αποτυπώνει με ακρίβεια αυτή τη λογική. Δεν προήλθε από ανέβασμα μπακ ψηλά στο πλάι, αλλά από ανάπτυξη μέσω του άξονα. Ο Χολ πήρε την μπάλα σε πλάγια θέση, έχοντας ξεκινήσει όμως από κεντρικό ρόλο, ενώ η κίνηση του Γκάνα από τον άξονα προς το πλάγιο κενό δημιούργησε την απαραίτητη υπεραριθμία και έφερε την παράλληλη πάσα που οδήγησε στη φάση.

Με την είσοδο του Ντίμπλινγκ στη θέση του Πάτερσον, η Έβερτον επανήλθε σε μια πιο κλασική δομή 4-2-3-1. Οι Μπρανθγουάιτ και Ταρκόφσκι αποτέλεσαν το κεντρικό αμυντικό δίδυμο, με τον Μικολένκο αριστερά και τον Ο’Μπράιαν δεξιά στην άμυνα. Στον άξονα παρέμειναν οι Γκάνα και Γκάρνερ, με τον Χολ σε ρόλο δεκαριού, τον Εντιαγέ αριστερά, τον Ντίμπλινγκ δεξιά και τον Μπαρί στην κορυφή της επίθεσης.

Η συνολική εικόνα δείχνει ξεκάθαρα τι προσπαθεί να κάνει ο Μόγιες: να κρύψει συγκεκριμένες αδυναμίες του ρόστερ και, μέσα από μικρές τακτικές προσαρμογές και “τρικ”, να κάνει την επίθεση της Έβερτον όσο το δυνατόν πιο λειτουργική, βασιζόμενος περισσότερο στη δομή και λιγότερο στην ατομική ποιότητα.

Αρχές παιχνιδιού (Τι έδειξε πραγματικά η Έβερτον)

1) Έλεγχος αντί για βιασύνη

Η Έβερτον έδειξε ξεκάθαρα ότι στο δεύτερο ημίχρονο προτεραιότητά της δεν ήταν η ταχύτητα το να παιξει πιο γρήγορα και να ανεβάσει τον ρυθμό, αλλά ο απόλυτος έλεγχος. Η κατοχή της μπάλας δεν χρησιμοποιήθηκε ως αυτοσκοπός ούτε ως ένδειξη υπεροχής, αλλά ως εργαλείο σταθεροποίησης. Μέσα από μεγαλύτερες διάρκειες κατοχής, η ομάδα μείωσε τα ρίσκα, περιόρισε τις μεταβάσεις της Λιντς και κέρδισε χρόνο για να οργανωθεί σωστά στο γήπεδο. Αυτό επέτρεψε στην Έβερτον να παίξει πιο ήρεμα, με καλύτερες αποστάσεις και λιγότερα λάθη υπό πίεση.

2) Στόχος κεντρική κάθετη ανάπτυξη αντί για προβλέψιμο παιχνίδι απο τα πλάγια

Η επιλογή της ανάπτυξης μέσω του άξονα δεν ήταν τυχαία, αλλά αποτέλεσμα προσαρμογής στο υπάρχον υλικό. Ο Μόγιες αναγνώρισε ότι δεν διαθέτει την ποιότητα στα άκρα για να βασιστεί σε συνεχείς πλαγιοκοπήσεις και σέντρες με συνέπεια. Αντίθετα, προσπάθησε να «σπάσει» τις γραμμές της Λιντς κεντρικά, εκεί όπου υπήρχε μεγαλύτερη τεχνική επάρκεια και καλύτερη κατανόηση του χώρου από παίκτες με υψηλότερο ποδοσφαιρικό IQ, όπως οι Χολ, Γκάρνερ και Εντιαγέ. Έτσι, στόχος ήταν η μπάλα να περνά όσο το δυνατόν περισσότερο από τον άξονα, μέσα από κάθετες μεταβιβάσεις και κινήσεις ανάμεσα στις γραμμές, μειώνοντας την προβλεψιμότητα στο παιχνίδι της ομάδας.

3) Απόκρυψη αδυναμιών

Η Έβερτον δεν επέμεινε σε πράγματα που δεν μπορεί να υποστηρίξει σε υψηλό επίπεδο. Δεν αναζήτησε μαζικά ανεβάσματα των μπακ ούτε βασίστηκε σε χαμηλής ποιότητας τελικές ενέργειες από το πλάι. Αντίθετα, μέσα από τη δομή και τις θέσεις στο γήπεδο, προσπάθησε να «κρύψει» συγκεκριμένες αδυναμίες του ρόστερ και να προστατεύσει παίκτες που είτε δεν διαθέτουν την απαραίτητη τεχνική κατάρτιση είτε δεν έχουν την ποιότητα για να γίνουν πραγματικά απειλητικοί στο επιθετικό κομμάτι, αλλά και άλλους που δυσκολεύονται σε παιχνίδι έντασης και συνεχών μονομαχιών. Αυτή η προσέγγιση δείχνει ρεαλισμό και επίγνωση των ορίων της ομάδας.

4) Ρίσκο ανάλογα με τις συνθήκες

Οι αλλαγές στο ημίχρονο φανερώνουν μια καθαρή διαχείριση ρίσκου σε σχέση με το σκορ και τη χρονική στιγμή του αγώνα. Ο Μόγιες δεν λειτούργησε δογματικά, αλλά προσαρμόστηκε στις ανάγκες της στιγμής. Πήρε ρίσκο εκεί που έπρεπε, γνωρίζοντας ότι χωρίς παρεμβάσεις η ομάδα δύσκολα θα άλλαζε την εικόνα της. Το ρίσκο δεν ήταν τυφλό, αλλά υπολογισμένο, τόσο σε επίπεδο επιλογών όσο και σε επίπεδο ρόλων μέσα στο γήπεδο. Σε αντίθεση με το παιχνίδι απέναντι στην Μπρέντφορντ, όπου κατά την άποψή μου ρίσκαρε βιαστικά και έκανε την ομάδα πιο ευάλωτη στις αντεπιθέσεις, απέναντι στη Λιντς έκανε αυτό που έπρεπε.

5) Συλλογική λειτουργία πριν από την ατομική έμπνευση

Η βελτίωση της Έβερτον στο δεύτερο ημίχρονο ήρθε όταν η ομάδα λειτούργησε πιο συλλογικά. Οι αποστάσεις μίκρυναν, οι επιλογές γύρω από την μπάλα αυξήθηκαν και οι παίκτες είχαν περισσότερη στήριξη σε κάθε φάση. Η ομάδα δεν περίμενε από μια ατομική ενέργεια να λύσει το πρόβλημα, αλλά προσπάθησε να δημιουργήσει συνθήκες μέσα από τη συνολική της λειτουργία και με υπομονή στο παιχνίδι της. Αυτό το στοιχείο δείχνει τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να σταθεί ανταγωνιστικά, ακόμη και όταν δεν διαθέτει κορυφαία ποιότητα σε όλες τις θέσεις.

Ο επιθετικός και το μεγάλο ερώτημα 

Το γκολ ήρθε, αλλά το ερώτημα παραμένει: πόσες φάσεις θα χάνονται όταν ο επιθετικός μας δεν υποστηρίζει τη συνολική λειτουργία της ομάδας; Στην κορυφαία κατηγορία του κόσμου, η θέση του επιθετικού δεν κρίνεται μόνο από το τελικό τελείωμα, αλλά από το σύνολο των απαιτήσεων που τη συνοδεύουν. Ένταση στο πρέσινγκ, σωστές κινήσεις χωρίς την μπάλα, ικανότητα να κρατήσει την μπάλα υπό πίεση και, κυρίως, συνεργασία με τους παίκτες που κινούνται γύρω του.

Όταν αυτά τα στοιχεία απουσιάζουν, η ομάδα δυσκολεύεται να χτίσει φάσεις. Οι μέσοι δεν μπορούν να συνδεθούν σωστά με την επίθεση, οι δεύτερες μπάλες χάνονται και οι φάσεις «σβήνουν» ακριβώς στο σημείο όπου θα έπρεπε κάποιος να δώσει τη σπίθα για μια σωστή επιθετική ανάπτυξη. Το αποτέλεσμα είναι ότι πολλές υποσχόμενες επιθέσεις δεν καταγράφονται ποτέ ως τελικές προσπάθειες, όχι επειδή δεν υπήρξε σωστή ανάπτυξη από πίσω ή καλή κυκλοφορία της μπάλας από τους μέσους της ομάδας, αλλά επειδή δεν υπήρξε η απαραίτητη στήριξη στο τελευταίο τρίτο του γηπέδου.

Μπαρί και Μπέτο είναι τραγικοί σε αυτό το κομμάτι, κάνοντας πολλές φορές ολόκληρη την ομάδα να δείχνει χειρότερη απ’ ό,τι είναι στην πραγματικότητα. Παράλληλα, ποιοτικοί παίκτες όπως οι Γκρίλις, Γκάρνερ, Χολ και Εντιαγέ «χτυπούν» στο κενό, γιατί δεν έχουν τον κατάλληλο παίκτη μπροστά τους για να ακουμπήσουν την μπάλα στην επίθεση και να συνεχιστεί η φάση με προϋποθέσεις.

Τα γκολ, αναμφίβολα, ανεβάζουν τον μέσο όρο απόδοσης και καλύπτουν στιγμιαία την πραγματική εικόνα — κυρίως στην περίπτωση του Μπαρί, αφού ο Μπέτο έχει ξεχάσει να πανηγυρίζει. Όμως, όσο κι αν σκοράρουν αυτοί οι δύο, δεν μπορούν να κρύψουν τα δομικά προβλήματα και τις αδυναμίες που δημιουργεί η παρουσία τους στην ενδεκάδα. Όταν ο επιθετικός δεν συμμετέχει ενεργά στη συνολική λειτουργία, η ομάδα χρειάζεται περισσότερες προσπάθειες για να δημιουργήσει την ίδια απειλή, καταναλώνοντας περισσότερη ενέργεια και ρίχνοντας την αποτελεσματικότητά της.

Σε τέτοια παιχνίδια, το ερώτημα δεν είναι αν ο επιθετικός θα σκοράρει, αλλά αν η παρουσία του βοηθά την ομάδα να παίζει καλύτερα. Και αυτό είναι ένα ζήτημα που δεν λύνεται με ένα γκολ, αλλά με συνέπεια, ρόλο και ποιότητα στο σύνολο της απόδοσης.

Συμπέρασμα  (Τι μας έδειξε πραγματικά το παιχνίδι)

Η ισοπαλία είναι δίκαιη, αλλά είναι και άνοστη. Είναι το αποτέλεσμα δύο εντελώς διαφορετικών ημιχρόνων και δύο διαφορετικών εικόνων. Η Έβερτον στο πρώτο μέρος ήταν κακή, αποδιοργανωμένη και χωρίς καθαρό πλάνο. Στο δεύτερο, όμως, ήταν σαφώς ανώτερη, πιο ώριμη και πιο ελεγχόμενη, δείχνοντας ότι με τις σωστές προσαρμογές μπορεί να επιβάλει τον τρόπο παιχνιδιού της ακόμη και απέναντι σε έναν αντίπαλο με μομέντουμ και αυτοπεποίθηση.

Το συγκεκριμένο ματς λειτούργησε ως καθρέφτης. Έδειξε πού βρίσκεται σήμερα η ομάδα, τι μπορεί να κάνει όταν λειτουργεί σωστά και, κυρίως, πού βρίσκονται τα όριά της και μέχρι πού μπορεί να φτάσει με τις αδυναμίες που κουβαλά. Ανέδειξε ποιοι παίκτες ανεβάζουν το επίπεδο όταν συνυπάρχουν στο γήπεδο και ποιοι έχουν φανερό ταβάνι, όταν δεν μπορούν να υποστηρίξουν τις απαιτήσεις της κατηγορίας. Και σε μια περίοδο γεμάτη απουσίες, επιστροφές και διαρκείς αναγκαστικές προσαρμογές, αυτή η γνώση είναι πολύτιμη για όλους μας, αρκεί να μπορούμε να διαβάζουμε σωστά πίσω από αυτό που βλέπουμε και όχι μόνο πίσω από το τελικό σκορ.

Δεν ήταν ένα παιχνίδι που κερδήθηκε. Ήταν, όμως, ένα παιχνίδι που εξηγήθηκε στα μάτια μας. Και αυτό έχει τη δική του αξία.

Για τους Greek Toffees, ήταν το πρώτο βράδυ στο νέο μας σπίτι. Όχι ιδανικό, όχι λαμπερό, αλλά απόλυτα αληθινό. Με δυσκολίες, με προσαρμογές, με υπομονή και με την ομάδα να στέκεται όρθια όταν χρειάστηκε. Και στο ποδόσφαιρο, οι ομάδες δεν χτίζονται με τέλειες βραδιές. Χτίζονται με τέτοια παιχνίδια. Με βραδιές που σε μαθαίνουν ποιος είσαι, τι αντέχεις και πώς πρέπει να προχωρήσεις.

Αφήστε ένα σχόλιο