ΓΙΑΤΙ ΠΟΥΛΑΝΕ ΤΕΛΙΚΑ ΟΙ FRIEDKIN?

 Τα δημοσιεύματα από την κορυφαία διεθνή αθλητικά και δημοσιογράφικά μέσα, όπως το The Athletic, o Guardian και οι New York Times παρουσίασαν τα αδιέξοδα που οδήγησαν τους Αμερικανούς επενδυτές να εξετάζουν πλέον ανοιχτά την πώληση των μετοχών τους, καθώς συνειδητοποίησαν ότι το επιχειρηματικό τους πλάνο προσέκρουσε πάνω σε αξεπέραστα νομικά και οικονομικά εμπόδια.

 Στο επίκεντρο αυτής της αλλαγής στάσης βρίσκεται ο αμείλικτος σκόπελος των κανονισμών της UEFA για τη διπλή ιδιοκτησία ομάδων (multi-club ownership). Καθώς ο όμιλος Friedkin κατέχει ήδη τη Ρόμα, η προοπτική να προκριθούν και οι δύο σύλλογοι στην ίδια ευρωπαϊκή διοργάνωση δημιούργησε ένα εκρηκτικό πρόβλημα. Παρόλο που η πλευρά των επενδυτών θεωρούσε αρχικά ότι είχε βρει μια νομική φόρμουλα για να προσπεράσει τους περιορισμούς, η UEFA κατέστησε σαφές ότι δεν πρόκειται να κάνει καμία υποχώρηση.

 Η μόνη διέξοδος που προσέφερε το κανονιστικό πλαίσιο της ευρωπαϊκής ομοσπονδίας ήταν η μεταβίβαση των δικαιωμάτων της μίας εκ των δύο ομάδων σε ένα λεγόμενο «τυφλό καταπίστευμα» (blind trust). Μια τέτοια ρύθμιση υποχρεώνει τον ιδιοκτήτη να παραδώσει πλήρως τη διοίκηση, τον οικονομικό έλεγχο και τη λήψη αποφάσεων του συλλόγου σε μια ανεξάρτητη επιτροπή δικηγόρων και επιτρόπων, προκειμένου να διασφαλιστεί η ακεραιότητα των αγώνων. Για τον όμιλο Friedkin, αυτή η απαίτηση λειτούργησε ως κόκκινη γραμμή. Αρνήθηκαν κατηγορηματικά να τοποθετήσουν κεφάλαια εκατοντάδων εκατομμυρίων σε ένα καθεστώς όπου δεν θα είχαν κανέναν απολύτως διοικητικό ή στρατηγικό έλεγχο, θεωρώντας αδιανόητο να χρηματοδοτούν μια ομάδα την οποία δεν θα μπορούν να διευθύνουν.

 Ένα άλλο σοβαρό θέμα είναι το διαφορετικό ποσοστό ορίου (85% στην Αγγλία έναντι 70% στην Ευρώπη) στο νέο σύστημα Squad Cost Ratio (SCR). Η ανάλυση των περιορισμένων επενδυτικών επιλογών αποκάλυψε το πόσο «στενά» ήταν τα περιθώρια ελιγμών για τους Αμερικανούς. Στην πραγματικότητα, το σύγχρονο πλαίσιο του Financial Fair Play και των κανόνων βιωσιμότητας της Premier League στερεί από έναν νέο ιδιοκτήτη τη δυνατότητα να «ρίξει» αλόγιστα κεφάλαια στην αγορά μεταγραφών. Οι επενδυτικές επιλογές ήταν εξαιρετικά περιορισμένες, καθώς σχεδόν κάθε διαθέσιμο ευρώ θα έπρεπε να κατευθυνθεί στην κάλυψη των υφιστάμενων χρεών, στη χρηματοδότηση της ολοκλήρωσης του νέου σταδίου στο Bramley-Moore Dock και στη διατήρηση της λειτουργικής σταθερότητας του συλλόγου, αντί για την ενίσχυση του ρόστερ.

 Αυτή η ασφυξία  όπου η επένδυση απαιτούσε τεράστια κεφάλαια χωρίς όμως τη δυνατότητα ελεύθερης εμπορικής ή αθλητικής ανάπτυξης, αποδείχθηκε καταστροφική για τις προσδοκίες τους. Από τη μία πλευρά έχουν την Έβερτον: μια ομάδα με τεράστιο ιστορικό χρεών, μπλεγμένη σε αυστηρούς αγγλικούς κανόνες, με κίνδυνο τιμωριών και με το «μαχαίρι στον λαιμό» από την UEFA για τη διπλή ιδιοκτησία. Από την άλλη, έχουν τη Ρόμα, όπου μπορούν να εστιάσουν απερίσπαστοι τα κεφάλαια και την ενέργειά τους χωρίς να φοβούνται ότι θα χάσουν τον έλεγχο λόγω κάποιου «τυφλού καταπιστεύματος». Έτσι όταν η ανάλυση τους έδειξε ότι και τα προσδοκώμενα έσοδα από το νέο γήπεδο δεν θα επαρκούσαν για να καλύψουν τη ζημιά και να αποδώσουν την αναμενόμενη κερδοφορία, η διάθεση των επενδυτών εξανεμίστηκε πλήρως. Η σταδιακή αποστασιοποίησή τους με χαρακτηριστικότερη εικόνα την παρακολούθηση των διοικητικών συναντήσεων μέσω ηχογραφήσεων εκ των υστέρων σφράγισε μια σχέση που κατέρρευσε κάτω από το βάρος της γραφειοκρατίας της UEFA και των αμείλικτων οικονομικών αριθμών.

Αφήστε ένα σχόλιο